Τηλεφωνική Γραμμή Βοήθειας: +357 22103234

Νομική Υπηρεσία

  • Αρχική Σελίδα
  • Κυβερνητικές Υπηρεσίες και Διαδικασίες
  • Νομική Υπηρεσία

Ενώπιον της Δικαιοσύνης

Πώς απομακρύνεται το θύμα από τον ύποπτο; Πώς λαμβάνεται η κατάθεση του παιδιού; Η δίκη είναι δημόσια; Το θύμα μπορεί να διωχθεί; Δικαιούται αποζημιώσεις; Πώς προστατεύεται το θύμα ενώπιον του δικαστηρίου, αλλά και μετά; Απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, που προκύπτουν από τη στιγμή που μια υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης παίρνει τον δρόμο της δικαιοσύνης.

Συνήθεις Ερωτήσεις

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το Κυπριακό Σύνταγμα, είναι ο μόνος που έχει αρμοδιότητα, κατά την κρίση του και προς το δημόσιο συμφέρον, να διατάσσει τη δίωξη οποιουδήποτε προσώπου στη Δημοκρατία για οποιοδήποτε αδίκημα.

Στο γραφείο του αποστέλλονται από την Αστυνομία ανακριτικοί φάκελοι που αφορούν υποθέσεις βίας στην οικογένεια  ή σεξουαλικής κακοποίησης, για εξέταση του μαρτυρικού υλικού και λήψη οδηγιών, για το κατά πόσο θα καταχωρηθεί ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου ή όχι, καθώς και για τη διατύπωση των κατηγοριών.

Η υπόθεση εκδικάζεται χωρίς καθυστέρηση, αναλόγως πάντοτε και του προγράμματος του Δικαστηρίου. Η Νομική Υπηρεσία μπορεί να υποβάλει προς το Δικαστήριο αίτημα Ταχείας Εκδίκασης, για την άμεση προστασία του θύματος από το θύτη. Μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση, το Δικαστήριο μπορεί, είτε να διατάξει την κράτηση του κατηγορούμενου είτε να επιτρέψει την απόλυσή του, αφού αυτός δώσει ικανοποιητική εγγύηση ότι θα εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την ημερομηνία της ακρόασης της υπόθεσης και ότι θα τηρήσει τους όρους, τους οποίους θα κρίνει αναγκαίους το Δικαστήριο.

Το Δικαστήριο μπορεί, μετά από αίτημα της αστυνομίας, να εκδώσει ένταλμα για τη σύλληψη ύποπτου προσώπου. Το πρόσωπο που συλλαμβάνεται προσάγεται στο Δικαστήριο, μέσα σε 24 ώρες από τη σύλληψή του, για να κατηγορηθεί για το αδίκημα ή για να εκδοθεί διάταγμα προσωποκράτησής του, σύμφωνα με το άρθρο 24 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.

Όπου κρίνεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες ότι, ως αποτέλεσμα βίας στην οικογένεια, ανήλικα μέλη της θα πρέπει να απομακρυνθούν από την οικογένεια, ο/η Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών/ Οικογενειακός Σύμβουλος  των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σε συνεργασία με Νομικό/ή Λειτουργό ή Δημόσιο/α Κατήγορο, κατόπιν αιτήματος προς το Δικαστήριο, εξασφαλίζουν σχετικό διάταγμα με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 32 και 33 του περί της Πρόληψης και της καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής  Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 ή των άρθρων 21 και 22 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000 (Ν.119(I)/2000) ή υποβάλλουν αίτημα στο Οικογενειακό Δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 18 μέχρι 21 του Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, για αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τους γονείς του/της ανήλικου/ης.

Σύμφωνα με το Νόμο 91(ι)/2014 το δικαστήριο μπορεί, κατά ή μετά την εκδίκαση υπόθεσης για τα αδικήματα, τα οποία προνοούνται στον παρόντα Νόμο, να διατάξει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο κρίνει αναγκαία την απομάκρυνση του θύματος και την τοποθέτησή του σε ασφαλές μέρος ή την ανάθεση της φροντίδας του στο Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αυτό γίνεται εφόσον κρίνει ότι  είναι απαραίτητο προς το συμφέρον του παιδιού, και νοουμένου ότι οποιαδήποτε άλλα μέτρα εναντίον του θύτη δεν εξασφαλίζουν το συμφέρον και την προστασία του παιδιού.

Το δικαστήριο μπορεί, έπειτα από αίτηση μέλους της οικογένειας ή της Αστυνομίας ή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή επιτρόπου διορισμένου σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή του Επιτρόπου ή άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό οποιουδήποτε απ' αυτούς, να εκδώσει προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού του υπόπτου ή απομάκρυνσης θύματος, μέχρι να καταχωρηθεί και εκδικαστεί ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα, το οποίο προνοείται στον παρόντα Νόμο (Ν. 91(Ι) 2014).

Το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει εναντίον προσώπου που κατηγορείται για διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος με βάση τον παρόντα Νόμο, διάταγμα -το οποίο θα ισχύει για την περίοδο και με τους όρους που δυνατό να θέσει- με το οποίο να απαγορεύει σε αυτό να εισέρχεται ή να πλησιάζει σε συγκεκριμένη απόσταση ή να παραμένει στην κατοικία ή το χώρο διαμονής του θύματος ή σε χώρους όπου συχνάζουν παιδιά.

Τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης δεν διώκονται ποινικά και δεν υπόκεινται σε κυρώσεις, για τη συμμετοχή τους σε εγκληματικές δραστηριότητες, τις οποίες εξαναγκάστηκαν να διαπράξουν ως άμεση συνέπεια του γεγονότος ότι υπέστησαν οιαδήποτε των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 6 και 7 και στο εδάφιο (5) του άρθρου 8.

Στις περιπτώσεις όπου παιδί είναι μάρτυρας σε αδικήματα που προβλέπει ο νόμος οι διωκτικές αρχές εξασφαλίζουν ότι, στο πλαίσιο της ποινικής έρευνας των αδικημάτων αυτών, όλες οι συνεντεύξεις με το παιδί μάρτυρα ή θύμα οπτικογραφούνται και ότι, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, οι συνεντεύξεις αυτές θεωρούνται ως ικανή μαρτυρία, σύμφωνα με τον περί Αποδείξεως Νόμο.

Το δικαστήριο υποχρεούται να διατάξει όπως το θύμα ή το παιδί μάρτυρας τύχει αντεξέτασης χωρίς να είναι παρόν, με τη χρήση κατάλληλης τεχνολογίας επικοινωνιών.

Εφόσον είναι προς όφελος του θύματος ή του παιδιού μάρτυρα, το δικαστήριο καθώς και οι διωκτικές αρχές προκειμένου να προστατεύσουν την ιδιωτική ζωή, την ταυτότητα και την εικόνα των παιδιών αποτρέπουν την κοινοποίηση πληροφοριών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ταυτοποίησή τους. Λαμβάνουν επίσης κάθε άλλο αναγκαίο μέτρο για την προστασία των πιο πάνω αναφερόμενων δικαιωμάτων και συμφερόντων του παιδιού.

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης που αφορά αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, όπου παιδί εμφανίζεται στο δικαστήριο ως θύμα ή ως μάρτυρας, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η ακροαματική διαδικασία ή μέρος αυτής διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών.

Θύμα των αδικημάτων που προβλέπονται στο Νόμο θεωρείται μάρτυρας που χρήζει βοήθειας κατά την έννοια του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου και εντάσσεται στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων και Συνεργατών της Δικαιοσύνης.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, κατά την κρίση του, διασφαλίζει, επίσης, ότι:

(α) λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ταυτότητα και η εικόνα του θύματος και να αποτρέπεται η κοινοποίηση πληροφοριών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ταυτοποίησή του,
(β) λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα έτσι ώστε να εξασφαλίζεται επαρκές επίπεδο προστασίας για το θύμα και, όταν αυτό ενδείκνυται, για την οικογένειά του ή για πρόσωπα εξομοιούμενα με μέλη της οικογενείας του,
(γ) η προστασία αυτή διαρκεί και μετά από τη λήξη της ποινικής διαδικασίας.
Οι διωκτικές αρχές διασφαλίζουν ότι παρέχεται αποτελεσματική και κατάλληλη προστασία από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό ειδικότερα κατά τη διάρκεια και μετά την έρευνα και δίωξη των δραστών στα ακόλουθα πρόσωπα:
(α) Οποιοδήποτε πρόσωπο, άλλο από το θύμα, το οποίο αναφέρει τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο ή συνεργάζεται διαφορετικά με οποιοδήποτε τρόπο με τις διωκτικές αρχές·
(β) οποιοδήποτε μάρτυρα, άλλο από το θύμα, ο οποίος δίνει κατάθεση αναφορικά με τη διάπραξη ποινικού αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο·
(γ) όπου είναι αναγκαίο, τα μέλη της οικογένειας του θύματος και των προσώπων που καθορίζονται στις παραγράφους (α) και (β) του παρόντος εδαφίου·

Οι διωκτικές αρχές λαμβάνουν όλα τα αναγκαία και απαραίτητα μέτρα για την παροχή κατάλληλης προστασίας από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό, ειδικότερα κατά τη διάρκεια και μετά την έρευνα και δίωξη των δραστών των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, για μέλη οργανώσεων, ιδρυμάτων, σωματείων ή μη κυβερνητικών οργανώσεων που ασκούν δραστηριότητες ή παρέχουν συνδρομή στα θύματα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

Οι διωκτικές αρχές εξασφαλίζουν ότι η διερεύνηση ή η άσκηση ποινικής δίωξης δεν εξαρτώνται από την υποβολή παραπόνου ή καταγγελίας από το θύμα ή εκπρόσωπό του και ότι η ποινική διαδικασία μπορεί να συνεχιστεί ακόμα και εάν το πρόσωπο αυτό αποσύρει την κατάθεσή του.

Οι διωκτικές αρχές συνεχίζουν τη δίωξη και μετά την ενηλικίωση του θύματος.

Οποιοσδήποτε παραλείπει να καταγγείλει περίπτωση που περιέρχεται σε γνώση του, όπου εμπλέκεται παιδί ή παιδί με διανοητική ή ψυχική ανεπάρκεια σε αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 10 και 15 του παρόντος Νόμου ή δεν προωθεί σχετική καταγγελία, διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι δεκαπέντε (15) έτη ή σε χρηματική ποινή μέχρι είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Κατά την επιμέτρηση της ποινής το δικαστήριο λαμβάνει ως επιβαρυντική περίσταση το γεγονός ότι το πρόσωπο που παραλείπει να καταγγείλει ή δεν προωθεί καταγγελία, είναι εκπαιδευτικός, λειτουργός των κοινωνικών υπηρεσιών ή δικηγόρος ο οποίος ασκεί το επάγγελμα ή μέλος του αστυνομικού σώματος ή επαγγελματίας υγείας, όπως ψυχίατρος, ιατρός οποιασδήποτε άλλης ειδικότητας, νοσηλευτής, ψυχολόγος ή άλλος επαγγελματίας με συναφείς προς το αντικείμενο δραστηριότητες.

Το θύμα έχει θεσμικό αγώγιμο δικαίωμα αποζημιώσεων κατά παντός υπευθύνου, για τα διαπραχθέντα σε βάρος του ποινικά αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και για παραβιάσεις των ανθρωπίνων του δικαιωμάτων, ο οποίος έχει αντίστοιχη αστική ευθύνη για την καταβολή ειδικών και γενικών αποζημιώσεων προς τα θύματά του.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας μπορεί να υποβάλει αίτηση προς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία, για την έκδοση διατάγματος παραπομπής σε εποπτεία από την Αρχή Εποπτείας για χρονικό διάστημα που θα καθορίσει το δικαστήριο, προσώπου το οποίο έχει καταδικασθεί για αδικήματα σεξουαλικής φύσης κατά παιδιών εντός του εδάφους της Δημοκρατίας ή στο εξωτερικό και για το οποίο δεν έχει παραγραφεί το αδίκημα από το ποινικό του μητρώο και το οποίο είτε εκτίει ποινή φυλάκισης είτε έχει αποφυλακιστεί εντός ενός (1) έτους από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εφόσον κρίνει αυτό αναγκαίο για την προστασία παιδιών από την διάπραξη αδικημάτων τα οποία προνοούνται στον παρόντα Νόμο.

Είναι στις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και του Αρχηγού Αστυνομίας να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να

(α) διασφαλίσουν ότι η ποινική διαδικασία που αφορά τα αδικήματα που προβλέπονται στο παρόντα Νόμο έχει προτεραιότητα και διεξάγεται χωρίς καθυστέρηση∙

(β) διασφαλίσουν ότι η διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας δεν θα επιδεινώσει την τραυματική εμπειρία που βίωσε το θύμα∙

(γ) εξασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα, οι μονάδες ή οι υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με την ποινική έρευνα, δίωξη και προσαγωγή των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο τυγχάνουν της ανάλογης επιμόρφωσης αναφορικά με την εφαρμογή του παρόντος Νόμου∙

(δ) θέσουν στη διάθεση των προσώπων, μονάδων ή υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με την ποινική έρευνα και δίωξη των αδικημάτων που αναφέρονται στον παρόντα Νόμο, αποτελεσματικά εργαλεία έρευνας, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται κατά του οργανωμένου εγκλήματος ή άλλων σοβαρών εγκλημάτων καθώς και άλλων απαραίτητων μέσων και διευκολύνσεων∙

(ε) δοθεί η δυνατότητα στις ερευνητικές μονάδες ή υπηρεσίες να επιχειρούν την ταυτοποίηση των θυμάτων των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 6 έως 10, ειδικότερα μέσω ανάλυσης υλικού παιδικής πορνογραφίας, όπως φωτογραφίες και οπτικοακουστικές εγγραφές που μεταδίδονται ή καθίστανται διαθέσιμες μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και των επικοινωνιών·

(στ) διασφαλιστεί ότι η αβεβαιότητα για την πραγματική ηλικία του θύματος δεν θα αποτρέψει την εκκίνηση των ποινικών ερευνών.