Τηλεφωνική Γραμμή Βοήθειας: +357 22103234

Εθνική Στρατηγική

  • Αρχική Σελίδα
  • Εθνική Στρατηγική

Εθνική Στρατηγική και Σχέδιο ∆ράσης για την Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης
και Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας 2016-2019 (PDF)

Ο ρόλος και ο στόχος της Εθνικής Στρατηγικής

«Όλα τα παιδιά πρέπει να έχουν την ευκαιρία να μεγαλώσουν σε συνθήκες ασφάλειας, με όλα τα εφόδια έτσι ώστε να μπορέσουν να αναπτύξουν υγιείς σχέσεις, χωρίς να χρειαστεί να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή κακοποίησης, ελεύθερα από κάθε μορφή σεξουαλικής βλάβης». Αυτός είναι ο πρώτιστος στόχος της Εθνικής Στρατηγικής.

Η Εθνική Στρατηγική ασπάζεται τη φιλοσοφία και την καθοδήγηση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Παιδιών από τη Σεξουαλική Εκμετάλλευση και τη Σεξουαλική Κακοποίηση Παιδιών (2007), γνωστής ως Σύμβαση Λανζαρότε, η οποία έχει κυρωθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και έχει τεθεί σε εφαρμογή στην Κύπρο από την 1η Ιουνίου 2015. Η Σύμβαση Λανζαρότε αποτελεί σε παγκόσμιο επίπεδο το πιο ολοκληρωμένο νομοθετικό εργαλείο αντιμετώπισης του φαινομένου αποσκοπώντας στην εφαρμογή πολιτικών, μέτρων, δράσεων και παρεμβάσεων, οι οποίες εδράζονται σε επιστημονικά τεκμηριωμένες πρακτικές. Αξιοποιώντας έτσι στο μέγιστο βαθμό τους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους από ολόκληρη την κοινωνία, με την εμπλοκή όλων των αρμόδιων φορέων.

Η σεξουαλική κακοποίηση είναι ένα φαινόμενο, το οποίο όπως προκύπτει από σχετικά στοιχεία και έρευνες, έχει αυξητική τάση τόσο στην Κύπρο όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Έρευνες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο έχουν τεκμηριώσει ότι ένα στα πέντε παιδιά θα υποστεί κάποιου είδους σεξουαλική κακοποίηση ή εκμετάλλευση προτού ενηλικιωθεί. Στη βάση αυτών των ευρημάτων, εκπονήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης η Σύμβαση Λανζαρότε, αναγνωρίζοντας ότι το φαινόμενο της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλά ως θέμα «εγκλήματος και τιμωρίας», αλλά πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό φαινόμενο το οποίο επηρεάζει και αναγκαστικά πρέπει να εμπλέξει κάθε φάσμα της κοινωνίας.

Συνεπώς η Εθνική Στρατηγική και το Σχέδιο Δράσης για την Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας 2016-2019, επιδιώκει να αναγνωρίσει την έκταση και το εύρος αυτού του κοινωνικού προβλήματος, προσδιορίζοντας τις προτεραιότητες για την ορθή αντιμετώπιση του και καθορίζοντας παράλληλα τις αναγκαίες δράσεις και πολιτικές, ούτως ώστε να προστατεύσει τα παιδιά και τους νέους, από τα πλέον ειδεχθή εγκλήματα τα οποία μπορεί να λάβουν χώρα σε μια κοινωνία.

Η σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση παιδιών πλήττει, πολλές φορές ανεπανόρθωτα, την παιδική τους ηλικία, επηρεάζοντας αρνητικά την υγιή συναισθηματική και ψυχολογική τους ανάπτυξη. Οι αρνητικές επιπτώσεις του φαινομένου μπορεί να περιλαμβάνουν την ανάπτυξη έντονων συναισθημάτων, όπως αυτό της προδοσίας, της αδυναμίας, του στιγματισμού, της ενοχής καθώς επίσης και τραυματισμό της σεξουαλικότητας των θυμάτων, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες, στην πορεία της ζωής τους σε ό,τι αφορά, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία ή και στη διατήρηση ισορροπημένων σχέσεων, λόγω ακριβώς της διατάραξης της ψυχικής τους υγείας ή και λόγω άλλων προβλημάτων τα οποία σχετίζονται με την κακοποίηση που υπέστησαν.

Για πολλά θύματα, οι επιπτώσεις αυτών των εγκλημάτων μπορεί να αποβούν καθοριστικά καταστροφικές σημαδεύοντας τα, πολλές φορές, ακόμη και για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ένα παιδί το οποίο έχει μεγαλώσει βιώνοντας σεξουαλική κακοποίηση ή και εκμετάλλευση, αναμένεται ότι θα αντιμετωπίσει έντονες ψυχοσωματικές και άλλες δυσκολίες, ούτως ώστε να μπορέσει τελικά να ανταπεξέλθει και να εξελιχθεί σε ένα υγιή ενήλικα.

Η κοινωνία έχει αναμφίβολα την ηθική ευθύνη αλλά και την υποχρέωση να κάνει ότι είναι δυνατό έτσι ώστε να κτυπήσει στη ρίζα του αυτό το ειδεχθές φαινόμενο και παράλληλα να διασφαλίσει ότι όλα τα παιδιά μπορούν να μεγαλώσουν μέσα σε συνθήκες σιγουριάς και ασφάλειας.

Για την εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής λήφθηκαν υπόψη τα πιο κάτω:

(α) Το μέγεθος του προβλήματος.
(β) Οι τεράστιες επιπτώσεις σε προσωπικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.
(γ) Η ευκολία πρόληψης και παρεμπόδισης μιας κακοποίησης σε σύγκριση με τη δυσκολία αναίρεσης των επιπτώσεών της.