Τηλεφωνική Γραμμή Βοήθειας: +357 22103234

Πως να διαχειριστώ;

  • Αρχική Σελίδα
  • Εκπαιδευτικοί
  • Πως να διαχειριστώ;

Είμαι Εκπαιδευτικός
Πώς να ενεργήσω;

Ακολούθησε το εγχειρίδιο του εκπαιδευτικού. Είσαι ο παράγοντας «κλειδί» στο σχολικό περιβάλλον και μπορείς πραγματικά να κάνεις τη διαφορά στην πρόληψη, στην ενημέρωση αλλά και στην αντιμετώπιση των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών.

Στη  Νομοθεσία του 2014 [Ο Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμος του 2014 (91(Ι)/2014)] παιδί ορίζεται κάθε άτομο μέχρι την ηλικία των 18 χρόνων, ενώ η σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση παιδιών ορίζεται ως εξής (άρθρα 6-10 και 15):

  • Όποιος προκαλεί ένα παιδί να γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων ή απεικόνισης σεξουαλικών πράξεων, ακόμα και αν το παιδί δεν συμμετέχει σε αυτές.
  • Όποιος προκαλεί ένα παιδί να γίνει μάρτυρας σεξουαλικής κακοποίησης ή απεικόνισης σεξουαλικής κακοποίησης, ακόμα και αν το παιδί δεν συμμετέχει σε αυτές.
  • Όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί, όταν γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής πάνω στο παιδί, ή όταν γίνεται κατάχρηση της ευάλωτης θέσης του παιδιού λόγω διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης, ή όταν γίνεται χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής.
  • Όποιος εξαναγκάζει παιδί ή χρησιμοποιεί βία ή απειλές προς το παιδί προκειμένου να τελέσει σεξουαλική πράξη με τρίτο πρόσωπο.
  • Όποιος προκαλεί τη συμμετοχή ενός παιδιού σε πορνογραφικές παραστάσεις ή προωθεί ένα παιδί να συμμετέχει σε αυτές ή αποκομίζει κέρδη από τη συμμετοχή του παιδιού σε πορνογραφικές παραστάσεις με ή χωρίς τη χρήση της τεχνολογίας, της πληροφορικής και των επικοινωνιών.
  • Όποιος αποκτά πρόσβαση σε παιδική πορνογραφία μέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών ή όποιος διανέμει, διαδίδει ή μεταδίδει υλικό παιδικής πορνογραφίας.
  • Όποιος προτείνει σε παιδί μέσω τεχνολογίας, πληροφορικής και των επικοινωνιών να το συναντήσει, με σκοπό την τέλεση σεξουαλικής πράξης μαζί του ή την παραγωγή πορνογραφικού υλικού.
  • Όποιος διοχετεύει υλικό που προβάλλει ευκαιρίες για τη διάπραξη οποιουδήποτε εγκλήματος όπως αναφέρεται στα άρθρα 6 και 9 της νομοθεσίας.
  • Όποιος αποπειράται, συνδράμει, υποκινεί, συνεργεί για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον νόμο.

Επιβαρυντικοί παράγοντες:

Όταν η σεξουαλική κακοποίηση ή εκμετάλλευση υφίσταται στις περιστάσεις όπου:

  • Γίνεται κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής πάνω στο παιδί από οποιοδήποτε άτομο που συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί.
  • Γίνεται κατάχρηση της ευάλωτης θέσης ενός παιδιού, κυρίως λόγω διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας ή άλλης κατάστασης εξάρτησης.
  • Υπάρχει συμμετοχή παιδιού σε σεξουαλική πράξη με χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής.

Επισημαίνεται ότι, δεν είναι απαραίτητο να εμπλέκεται πράξη διείσδυσης, βίας, πόνος ή ακόμη και άγγιγμα, για να θεωρείται μια πράξη ως σεξουαλική κακοποίηση. Η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών μπορεί να περιλαμβάνει σωματική και μη σωματική δραστηριότητα.

Α) Μερικά παραδείγματα πράξεων με σωματική δραστηριότητα  (αγγίγματα) περιλαμβάνουν:

  • Άγγιγμα στα γεννητικά όργανα του παιδιού ή /και στα άλλα ιδιωτικά μέρη του σώματος.
  • Εξαναγκασμός ενός παιδιού να αγγίξει τα γεννητικά όργανα κάποιου άλλου ατόμου, ενήλικα ή ανήλικου.                                                                               
  • Εξαναγκασμός ενός παιδιού να παίξει σεξουαλικά παιχνίδια ή να έχει σεξουαλική επαφή, βάζοντας αντικείμενα ή μέρη του σώματος (όπως τα δάχτυλα, τη γλώσσα ή το πέος) μέσα στον κόλπο, στο στόμα ή στον πρωκτό του παιδιού για σεξουαλική ικανοποίηση του θύτη.

Β) Μερικά παραδείγματα πράξεων μη σωματικής δραστηριότητας (χωρίς αγγίγματα) περιλαμβάνουν:

  • Προβολή πορνογραφικού υλικού σε ένα παιδί.
  • Σκόπιμη έκθεση των γεννητικών οργάνων ενός ενήλικα σε ένα παιδί.
  • Φωτογράφηση ενός παιδιού σε σεξουαλικές στάσεις.
  • Ενθάρρυνση ή εξαναγκασμός του παιδιού να παρακολουθεί ή να ακούει σεξουαλικές πράξεις.
  • Παρακολούθηση, με ανάρμοστο τρόπο, ενός παιδιού, όταν γδύνεται ή όταν κάνει μπάνιο.
  • Υπάρχει, επίσης, το σοβαρό και αυξανόμενο πρόβλημα των ανθρώπων που παράγουν και «κατεβάζουν» (download) υλικό παιδικής πορνογραφίας στο διαδίκτυο με σεξουαλικές απεικονίσεις παιδιών (φωτογραφίες ή/και βίντεο). Όποιος παρακολουθεί εικόνες παιδικής κακοποίησης, θεωρείται ωσάν να συμμετέχει στην κακοποίηση του παιδιού.

Σημειώνεται ότι όλες οι πιο πάνω συμπεριφορές αποσκοπούν στη σεξουαλική διέγερση και ικανοποίηση του θύτη.

  • Ηλικία συναίνεσης

Η ηλικία συναίνεσης, με βάση τον σχετικό Νόμο του 2014, ορίζεται ως η ηλικία των δεκαεπτά (17) ετών και οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη ή δραστηριότητα, κάτω της ηλικίας συναίνεσης, όπως έχει αναφερθεί στα άρθρα της σχετικής Νομοθεσίας, θεωρείται ποινικό αδίκημα.

Σύμφωνα με τη Νομοθεσία, δεν θεωρούνται ποινικό αδίκημα ορισμένες σεξουαλικές δραστηριότητες μεταξύ ανηλίκων ή μεταξύ παιδιού και ενήλικα.

  • Σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ανηλίκων

Στις περιπτώσεις όπου εμπλέκονται σε σεξουαλικές δραστηριότητες ανήλικοι, δηλαδή κάτω των 18 ετών και κάτω από την ηλικία συναίνεσης, δηλαδή 17 ετών, τότε οι πράξεις τους εξαιρούνται από τη Νομοθεσία και δεν θεωρούνται ως ποινικό αδίκημα, εάν και εφόσον, τα εμπλεκόμενα παιδιά είναι άνω των 13 ετών, η διαφορά μεταξύ των δύο δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή βρίσκονται στα πλαίσια γάμου.

Οι συναινετικές σεξουαλικές πράξεις μεταξύ παιδιών άνω των 13 χρόνων και πριν την ηλικία συναίνεσης (17 χρόνων), που δεν αποτελούν ποινικό αδίκημα, αναφέρονται στα άρθρα 6, 7, 8, 9 της σχετικής Νομοθεσίας:

Συναινετικές δραστηριότητες:

  • μαρτυρία σεξουαλικών πράξεων ή απεικόνιση σεξουαλικών πράξεων,
  • συμμετοχή σε σεξουαλική πράξη με παιδί,
  • παρακολούθηση, δια ζώσης ή με άλλα μέσα, πορνογραφικής παράστασης ή παιδικής πορνογραφίας,
  • παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας,
  • κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας,
  • πρόσκληση ή προσέγγιση παιδιού μέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών.

Εννοείται ότι τα παιδιά έχουν παρόμοια ηλικία και παρόμοιο βαθμό ψυχολογικής και σωματικής ανάπτυξης ή ωριμότητας και οι δραστηριότητες δεν περιλαμβάνουν οποιαδήποτε κακοποίηση ή βία ή εκμετάλλευση ή εξαναγκασμό.

Παραδείγματα:

  • Δε θεωρείται αδίκημα, εάν δύο ανήλικοι άνω των 13 χρόνων ανταλλάξουν μεταξύ τους γυμνές τους φωτογραφίες, αλλά είναι αδίκημα, εάν ένας από τους δύο, ακολούθως, δείξει αυτές τις φωτογραφίες σε άλλους. Αυτή η πράξη θα ισοδυναμούσε με διανομή παιδικής πορνογραφίας και δεν εξαιρείται.
  • Η παροχή ανταλλάγματος για συμμετοχή σε σεξουαλική πράξη (όπως ένα δώρο) δεν εξαιρείται, εφόσον κάτι τέτοιο θα αποτελούσε το αδίκημα της παιδικής πορνείας, το οποίο δεν εξαιρείται.
  • Σεξουαλικές σχέσεις ανηλίκων με ενήλικες

Η Νομοθεσία επιτρέπει σχέσεις ενηλίκων με ανήλικους, εάν και εφόσον ο ανήλικος είναι άνω των 13 ετών και δεν έχει πέραν των 3 ετών διαφορά ηλικίας με τον ενήλικα. Για παράδειγμα, επιτρέπονται οι σεξουαλικές δραστηριότητες/σχέσεις 15χρονου με 18χρονο και 16χρονου με 19χρονο, εφόσον πάντοτε δεν είναι αποτέλεσμα κακοποίησης, βίας, εκμετάλλευσης ή εξαναγκασμού.

Η διαδικτυακή άγρα και η διαδικτυακή κακοποίηση ανηλίκων πραγματοποιούνται στα διάφορα chatrooms (ηλεκτρονικοί χώροι συνομιλίας) και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η ενημέρωση για τη διαδικτυακή κακοποίηση παιδιού και διαδικτυακή άγρα ανηλίκων, είναι  εξίσου σημαντικές με σκοπό την προστασία των ανήλικων.

  • Διαδικτυακή κακοποίηση

Είναι η κακοποίηση του ανηλίκου από κινητό τηλέφωνο ή το διαδίκτυο και περιλαμβάνει όλα τα πιο κάτω, με σεξουαλικό περιεχόμενο ή υπονοούμενο:

1) την κοροϊδία του ανηλίκου σε κάποιο chatroom,
2) τη λήψη αισχρών, εκφοβιστικών και προσβλητικών μηνυμάτων,
3) τη λήψη αισχρού/υβριστικού υλικού κατά τη διάρκεια συνομιλιών,
4) την κοροϊδία του ανηλίκου από άτομο, που έχει φτιάξει ένα ψεύτικο προφίλ και το χρησιμοποιεί ως μέσο για να τον εξευτελίζει,
5) τη δημοσίευση προσωπικών δεδομένων, χωρίς την άδεια του ανηλίκου,
6) τον αποκλεισμό του ανηλίκου από κάποια ομάδα ή ηλεκτρονική δραστηριότητα.

Οι δράστες, που πιθανόν να υπήρξαν οι ίδιοι θύματα εκφοβισμού ή κακοποίησης, μπορεί να τρέφουν αισθήματα ζήλιας και εκδίκησης προς το θύμα τους, να δυσκολεύονται να εκφράσουν με υγιή τρόπο τα συναισθήματά τους και γενικά, επιδιώκουν την εκμετάλλευση του ανηλίκου. Ενδεχομένως και να διατηρούν διάφορους διαδικτυακούς λογαριασμούς.

  • Διαδικτυακή  Άγρα Ανηλίκων (Grooming):

Αναφέρεται στην προσπάθεια για δημιουργία σχέσης (Grooming=προσφορά περιποίησης και φροντίδας) με τον ανήλικο με σκοπό την από κοινού συνάντησή τους και κατ’ επέκταση την εκμετάλλευση/κακοποίησή του. Κάποιες φορές, οι δράστες εμφανίζονται με πλαστή ταυτότητα, παριστάνοντας ότι είναι οι ίδιοι παιδιά, ώστε να κερδίσουν την εμπιστοσύνη. Αυτό συνήθως επιτυγχάνεται με επίδειξη ενδιαφέροντος προς τον ανήλικο και απόδοση προνομίων στον ανήλικο. Ενδεικτικά αναφέρονται κάποια παραδείγματα:

  • Κολακείες και προσφορά ευκαιριών για δουλειά μοντέλου, ειδικά σε νέες κοπέλες.
  • Υποσχέσεις για συναντήσεις με διασημότητες και προσφορά δώρων.
  • Θετική προσοχή ή συμπάθεια, όταν ο ανήλικος συζητά για προβλήματά του.
  • Υποστήριξή του σε διάφορα θέματα που αφορούν στις σχέσεις του με άλλους.


Η Διαδικτυακή Άγρα Ανηλίκων περιλαμβάνει:

α) Επίδειξη πορνογραφικού υλικού στον ανήλικο (σε κάποιες περιπτώσεις η διαδικτυακή άγρα ανηλίκων μπορεί να επιφέρει την δια ζώσης σεξουαλική κακοποίηση).
β) Προσπάθεια μεταφοράς του θέματος συζήτησης σε πορνογραφικό περιεχόμενο.
γ) Προσπάθεια του ενήλικα να αποσπάσει προσωπικές φωτογραφίες του ανηλίκου.

Οι δράστες ξεκινούν συζητήσεις με τα πιθανά θύματα με σκοπό να αναπτύξουν σχέση εμπιστοσύνης με αυτά και να αποσπάσουν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες, σχετικά με τον τόπο διαμονής τους, τα ενδιαφέροντα, τα χόμπι και τις σεξουαλικές τους εμπειρίες. Οι συζητήσεις μπορεί να διαρκέσουν ημέρες, εβδομάδες, ακόμη και μήνες, μέχρι ο δράστης να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του παιδιού.

Ένα παιδί μπορεί να πέσει θύμα εκμετάλλευσης στο διαδίκτυο, χωρίς να υπάρξει συνάντηση διά ζώσης ή σωματική επαφή. Για παράδειγμα, ο δράστης θα μπορούσε να ζητήσει από το θύμα να στείλει γυμνές φωτογραφίες ή να τελέσει σεξουαλικές πράξεις μπροστά σε διαδικτυακή κάμερα και να στείλει τις εικόνες σε άλλους. Έχοντας κερδίσει ο δράστης την εμπιστοσύνη του παιδιού στο διαδίκτυο, ίσως του προτείνει να συναντηθούν διά ζώσης.

Επιπλέον, οι δράστες μπορεί να προσφύγουν σε απειλές, στην περίπτωση που το παιδί δεν ανταποκριθεί στα αιτήματά τους ή σταματήσει να ανταποκρίνεται μετά από την απόσπαση κάποιων πληροφοριών.

Ο δράστης μπορεί να είναι ένα άγνωστο άτομο ή και κάποιο άτομο, το οποίο διατηρεί στενές σχέσεις με την οικογένεια του θύματος.

Τα θύματα ίσως να είναι άτομα τα οποία διανύουν δύσκολη συναισθηματική περίοδο, βιώνουν κακοποιητικές σχέσεις ή παραμέληση και ψάχνουν κάποιο άτομο να το μοιραστούν, δεν έχουν στενό κύκλο φίλων ή/και νιώθουν αδυναμία στο να εκφράζουν τα συναισθήματά τους.

Όσον αφορά στο προφίλ των θυμάτων είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι οποιοδήποτε παιδί μπορεί να πέσει θύμα και ότι όλα τα παιδιά διατρέχουν τον ίδιο κίνδυνο.

Όποια μορφή κι αν έχει η αποπλάνηση ανηλίκου, πολλά νεαρά θύματα νιώθουν ευθύνη και ενοχές που συνέβη και δυσκολεύονται να ζητήσουν βοήθεια. Σε μερικές περιπτώσεις, ίσως να μην συνειδητοποιούν καν πως ό,τι συμβαίνει είναι κακοποίηση και μπορεί να πιστεύουν ότι έχουν σχέση με τον δράστη, έχοντας φτάσει να νιώθουν «κοντά του» και να τον εμπιστεύονται.

Πιθανές ενδείξεις ότι ένας ανήλικος είναι θύμα Διαδικτυακής Κακοποίησης ή Διαδικτυακής Άγρας Ανηλίκων:

  • Εκδηλώνει αλλαγή στη συμπεριφορά (συχνές μεταπτώσεις στη διάθεση, μειωμένη ανοχή σε υποδείξεις/εισηγήσεις, έπαρση ή μειωμένη αυτοπεποίθηση).
  • Απασχολείται πολύ χρόνο με το διαδίκτυο.
  • Ζητάει να είναι μόνος του, όταν έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο.
  • Αλλάζει βιαστικά ιστοσελίδα, όταν κάποιος άλλος κινείται προς το μέρος του.
  • Δεν εκμυστηρεύεται/συζητά/αναφέρει πράγματα από την καθημερινότητά του.
  • Είναι απαθής στο τι συμβαίνει γύρω του.
  • Παρουσιάζει πτώση στη σχολική επίδοση.
  • Παρουσιάζει δυσκολίες στον ύπνο.
  • Έχει μειωμένη όρεξη για φαγητό και δραστηριότητες.

Κάθε ένα από τα πιο πάνω σημεία δεν υποδηλώνει ότι ένα παιδί κακοποιείται σεξουαλικά, αλλά η παρουσία πολλών επιβάλλει να διερωτηθούμε για πιθανά προβλήματα ή δυσκολίες που βιώνει το παιδί και να εξετάσουμε το ενδεχόμενο να καλέσουμε βοήθεια.

Τα παιδιά, συχνά, μας δείχνουν παρά μας λένε ότι κάτι τα αναστατώνει. Μπορεί να υπάρχουν πολλοί λόγοι για αλλαγές στη συμπεριφορά τους, αλλά αν προσέξουμε συνδυασμό ανησυχητικών ενδείξεων, μπορεί να χρειάζεται να καλέσουμε για βοήθεια ή συμβουλή ή να προχωρήσουμε σε αναφορά του περιστατικού.

Το παιδί μπορεί να παρουσιάσει μερικά από τα πιο κάτω σημάδια. Αυτά τα σημάδια δεν καταδεικνύουν ότι το παιδί έχει κακοποιηθεί. Αποτελούν ενδείξεις αλλά όχι γεγονότα. Είναι σημαντικό να είμαστε συνειδητοποιημένοι, χωρίς να βγάζουμε βεβιασμένα συμπεράσματα.

Τι πρέπει να προσέξουμε στα παιδιά:

Ενδείξεις στη συμπεριφορά:

  • Είναι υπερβολικά ευαίσθητα ή κλαίνε με μη χαρακτηριστικό τρόπο, όταν τα αφήνεις.
  • Έχουν δυσκολίες στον ύπνο, δε θέλουν να πάνε στο κρεβάτι, έχουν εφιάλτες, φόβο του σκοταδιού.
  • Παλινδρομούν σε προηγούμενες ανώριμες συμπεριφορές (πιπιλούν το δάκτυλο, βρέχουν το κρεβάτι).
  • Αντιμετωπίζουν προβλήματα στο σχολείο: θέματα πειθαρχίας, φτωχή συγκέντρωση, αλλαγή στην επίδοση.
  • Έχουν υπερβολικό φόβο για συγκεκριμένο πρόσωπο ή μέρος.
  • Απομονώνονται.
  • Παρουσιάζουν ξαφνικές και ανεξήγητες αλλαγές στη διάθεση.
  • Γίνονται ασυνήθιστα μυστικοπαθή.
  • Μιλούν για έναν νέο, μεγαλύτερο φίλο.
  • Βρίσκονται με ανεξήγητα χρήματα ή δώρα.
  • Αποφεύγουν, αλλάζουν θέμα, όταν τους κάνεις ερωτήσεις ή έχουν απώλεια μνήμης.
  • Μπορεί να εκδηλώνουν τάσεις φυγής
  • Δε θέλουν να είναι μόνα με ένα συγκεκριμένο παιδί ή νεαρό άτομο.

Μη κατάλληλες σεξουαλικές συμπεριφορές

  • Ενεργούν με ακατάλληλο σεξουαλικό τρόπο σε παιχνίδια ή αντικείμενα.
  • Επιζητούν σεξουαλικό ερεθισμό. Υπερβολικό άγγιγμα ή αυνανισμός σε δημόσιο χώρο.
  • Χρησιμοποιούν λεξιλόγιο που δεν είναι κατάλληλο για την ηλικία τους.
  • Για να αναφερθούν στα μέρη του σώματος, χρησιμοποιούν, ξαφνικά, νέες λέξεις, οι οποίες παραπέμπουν στο λεξιλόγιο ενός ενήλικα.
  • Παίρνουν πρωτοβουλία για μη κατάλληλη σεξουαλική προσέγγιση με άλλα παιδιά. Παροτρύνουν άλλα παιδιά να συμμετέχουν σε σεξουαλικές πράξεις και γενικότερα συμπεριφέρονται με σεξουαλικά σαγηνευτικό τρόπο.
  • Τοποθετούν πράγματα στο δικό τους αιδοίο/κόλπο ή πρωκτό.
  • Παρουσιάζονται σεξουαλικά επιθετικά ή /και θυματοποιούν τους συνομήλικούς τους ή μικρότερα παιδιά.
  • Δείχνουν ασυνήθιστο ενδιαφέρον ή αποφυγή σεξουαλικών ιδεών και υλικού.


Σωματικές ενδείξεις

  • Θέματα υγείας
    Για τα φυσικά σημάδια της σεξουαλικής κακοποίησης, που μπορεί να είναι σπάνια, είναι σημαντικό να υπάρχει ιατρική γνωμάτευση.

    • Δυσφορία, πόνος, αιμορραγία, σημάδια, μώλωπες γύρω από τα γεννητικά όργανα, τον πρωκτό ή το στόμα,
    • Αλλαγή χρώματος, φαγούρα, εκκρίσεις, μυρωδιά σε γεννητικά όργανα,
    • Επίμονος ή επαναλαμβανόμενος πόνος κατά την ούρηση ή/ και την αφόδευση,
    • Συνεχιζόμενες μολύνσεις του ουροποιητικού συστήματος,
    • Ατυχήματα ενούρησης που δεν σχετίζονται με την εκπαίδευση τουαλέτας,
    • Σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες, εγκυμοσύνη,
    • Γενικά παράπονα υγείας, χρόνιος πονοκέφαλος, πόνοι στο στομάχι, στον λαιμό.
  • Ανησυχία για την προσωπική εμφάνιση
    • Κρύβουν τα δευτερεύοντα σεξουαλικά χαρακτηριστικά (καλύπτονται, φορούν χαλαρά ρούχα).
    • Προσπαθούν να μην είναι ελκυστικά (σταματούν το μακιγιάζ, βάζουν βάρος).
    • Φοβούνται να ξεντύνονται ή αρνούνται να ξεντυθούν στο μάθημα της Φυσικής Αγωγής.


Ψυχολογικές και συναισθηματικές ενδείξεις

  • Φαίνονται ανασφαλή.
  • Παρουσιάζουν ξεσπάσματα θυμού.
  • Παρουσιάζουν αυτοκαταστροφική συμπεριφορά (κόψιμο, κάψιμο, ή άλλες δραστηριότητες που κάνουν κακό, κτυπούν το κεφάλι, αυτοτραυματίζονται, κάνουν χρήση αλκοόλ).
  • Παρουσιάζουν άγχος και πανικό.
  • Παρουσιάζουν κατάθλιψη.
  • Έχουν αυτοκτονικές ιδέες.
  • Παρουσιάζουν διατροφικές διαταραχές, αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες (τρώνε πολύ αργά, πολύ γρήγορα).
  • Κάνουν χρήση ουσιών.
  • Έχουν δυσκολία να εστιάσουν την προσοχή τους, απώλεια ενδιαφέροντος και μειωμένη συμμετοχή σε δραστηριότητες που παλιότερα τα ενδιέφεραν και τα χαροποιούσαν.
  • Παρουσιάζουν προβληματικές σχέσεις με τους συνομήλικους.
  • Παρουσιάζουν φόβο για τους άντρες.
  • Έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση.
  • Νιώθουν ή είναι απομονωμένα.
  • Νιώθουν στιγματισμένα και ντροπιασμένα.
  • Παρουσιάζουν προβλήματα στη σεξουαλική τους ταυτότητα.

Κάθε ένα από τα σημεία δεν υποδηλώνει ότι ένα παιδί κακοποιείται σεξουαλικά, αλλά η παρουσία πολλών επιβάλλει να διερωτηθούμε για πιθανά προβλήματα ή δυσκολίες που βιώνει το παιδί και να εξετάσουμε το ενδεχόμενο να καλέσουμε βοήθεια. Χρειάζεται να λάβουμε υπόψη μας ότι μερικά από αυτά τα συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν και σε άλλες περιόδους στρες, όπως:

  • Κατά τη διάρκεια ενός διαζυγίου,
  • Θάνατος ενός μέλους της οικογένειας ή κατοικίδιου ζώου,
  • Προβλήματα στο σχολείο ή με τους φίλους τους,
  • Άλλα αγχωτικά ή τραυματικά γεγονότα.

Είναι πιθανόν, κάποια παιδιά να εκδηλώσουν επιβλαβή συμπεριφορά προς άλλα ανήλικα άτομα, συνήθως νεαρότερα στην ηλικία από το παιδί δράστη.

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν, ήδη, επίγνωση του κινδύνου της σεξουαλικής κακοποίησης που κάνουν ενήλικες στα παιδιά. Υπάρχει, επίσης, αυξανόμενη κατανόηση ότι η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών που κακοποιούνται σεξουαλικά, κακοποιούνται από κάποιον που γνωρίζουν και εμπιστεύονται συχνά. Δυστυχώς, πολύ λίγοι ενήλικες αναγνωρίζουν ότι τα παιδιά και οι έφηβοι είναι δυνατόν να αποτελούν κίνδυνο για άλλα παιδιά.

Στην πραγματικότητα, πάνω από το ένα τρίτο του συνόλου της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών διαπράττεται από κάποιον κάτω από την ηλικία των 18 χρόνων. Αυτό μπορεί να μην είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί, επειδή οι ενήλικες δυσκολεύονται να αποδεχτούν ότι τα παιδιά ή οι έφηβοι που γνωρίζουν είναι ικανοί να εκμεταλλευτούν σεξουαλικά τους άλλους. Επίσης, δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνει κάποιος τη διαφορά μεταξύ φυσιολογικής σεξουαλικής περιέργειας και, ενδεχομένως, καταχρηστικής συμπεριφοράς.

Τα παιδιά, ιδιαίτερα τα μικρότερα, μπορούν να συμμετάσχουν σε ακατάλληλες αλληλεπιδράσεις, χωρίς να κατανοούν τον βλαβερό αντίκτυπο που έχουν στους άλλους. Για τον λόγο αυτό, είναι πιο χρήσιμο να μιλάμε για σεξουαλικά "επιβλαβή" συμπεριφορά ενός παιδιού και όχι σεξουαλικά «καταχρηστική» συμπεριφορά. Χρησιμοποιείται ο όρος σεξουαλικά "επιβλαβής" συμπεριφορά σε περιπτώσεις παιδιών μικρής ηλικίας, που μπορεί να συμμετάσχουν σε ακατάλληλες αλληλεπιδράσεις, χωρίς να κατανοούν τον βλαβερό αντίκτυπο που έχουν στους άλλους.

Στην Κύπρο, δεν υπάρχει ποινική ευθύνη για οποιοδήποτε άτομο, εάν αυτό είναι κάτω των 14 ετών. Ως εκ τούτου, συμπεριφορές που σε άλλη περίπτωση θα στοιχειοθετούσαν το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης, όταν παρουσιάζονται από παιδιά κάτω των 14 ετών, πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά.

Τα παιδιά, από την ηλικία των 4 ή 5 ετών, μπορεί, εν αγνοία τους, να συμμετάσχουν σε σεξουαλικά επιβλαβείς συμπεριφορές.

Συνήθως, αλλά όχι πάντα, το παιδί ή νεαρό άτομο που προκαλεί τη βλάβη είναι μεγαλύτερο σε ηλικία από το θύμα.

Συχνά, το παιδί που υπέστη κακό νιώθει άβολα ή είναι συγχυσμένο σχετικά με το τι συμβαίνει, μπορεί όμως και να αισθάνεται ότι αυτό συμμετείχε πρόθυμα ή να κατηγορεί τον εαυτό του για την ύπαρξη αυτής της κατάστασης.

Πολλές φορές, το ένα ή και τα δύο παιδιά δεν καταλαβαίνουν ότι η συμπεριφορά είναι επιβλαβής. Οι σεξουαλικά επιβλαβείς συμπεριφορές από τα παιδιά και τους νέους είναι δυνατόν να κυμαίνονται από τον πειραματισμό, ‘που έχει πάει πολύ μακριά’, μέχρι σοβαρή σεξουαλική κακοποίηση.

  • Γιατί κάποια παιδιά βλάπτουν σεξουαλικά άλλα παιδιά

Οι λόγοι για τους οποίους τα παιδιά βλάπτουν σεξουαλικά άλλους είναι περίπλοκοι, ποικίλοι και όχι πάντα προφανείς. Κάποιες φορές, μπορεί να σχετίζονται με συναισθηματικούς παράγοντες. Κάποια παιδιά μπορεί να έχουν γίνει μάρτυρες σωματικής ή ψυχικής βίας στο σπίτι. Μπορεί να έχουν εκτεθεί σε σεξουαλικού περιεχομένου ταινίες, ηλεκτρονικά παιχνίδια ή υλικά που τους προκαλούν σύγχυση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα παιδί ή έφηβος μπορεί να δράσει με μια παρόρμηση, χωρίς κακή πρόθεση, αλλά μπορεί να προκαλέσει βλάβη στον εαυτό του ή σε άλλα παιδιά.

Όποιοι και αν είναι οι λόγοι, χωρίς βοήθεια, κάποιοι σεξουαλικά κακοποιημένοι νέοι θα συνεχίσουν να κακοποιούν παιδιά, σεξουαλικά, ως ενήλικες. Είναι σημαντικό να ζητήσουμε συμβουλές και άμεση βοήθεια, όταν υπάρχει οποιαδήποτε ανησυχία ή ερώτηση σχετικά με ένα παιδί ή έφηβο.

Η επαγγελματική βοήθεια και συμβουλή χρειάζονται, για να καθορίσουν τον καλύτερο τρόπο στήριξης ενός παιδιού στη διαχείριση οποιωνδήποτε σχετικών παρορμήσεων.

Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα για τους γονείς, είναι να ανακαλύψουν ότι το παιδί τους μπορεί να έχει κακοποιήσει σεξουαλικά κάποιο άλλο παιδί. Σε αυτήν την περίπτωση, η άρνηση, ο θυμός και το σοκ είναι φυσιολογικές αντιδράσεις. Αν δεν ανταποκριθούμε γρήγορα και με ευαισθησία, το αποτέλεσμα για το σύνολο της οικογένειας μπορεί να είναι καταστροφικό.

Για τον λόγο αυτό, είναι ζωτικής σημασίας να απευθυνθούμε για συμβουλές, σχετικά με το τι πρέπει να κάνουμε, το συντομότερο, εάν υποψιαζόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά. Η έγκαιρη βοήθεια για το παιδί ή νεαρό άτομο και την οικογένειά του μπορούν να κάνουν πραγματικά τη διαφορά. Τα στοιχεία δείχνουν ότι όσο πιο νωρίς πάρουν βοήθεια τα παιδιά, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες να τα εμποδίσουμε να προχωρήσουν σε μη επιτρεπτές συμπεριφορές και τόσο πιο ικανά καθίστανται να καλλιεργήσουν τις δεξιότητες που χρειάζονται για να ελέγχουν τη συμπεριφορά τους. Επειδή μια γρήγορη και άμεση ανταπόκριση μπορεί να βοηθήσει στην μείωση των επιβλαβών συνεπειών για όλη την οικογένεια, είναι σημαντικό να πάρουμε επιστημονικές συμβουλές για το πώς θα ενεργήσουμε, μόλις αντιληφθούμε τα προειδοποιητικά σημάδια.

Βασικές αρχές διαχείρισης της αποκάλυψης της κακοποίησης

Η πρώτη διαχείριση από εκπαιδευτικό στην  αποκάλυψη κακοποίησης ανήλικου ατόμου θα πρέπει να κινείται στις πιο κάτω βασικές αρχές:

  • Από τη στιγμή που ένα παιδί μας εμπιστευτεί κάτι, είναι σημαντικό να δημιουργήσουμε συνθήκες, ώστε να μπορεί να διεξαχθεί η συζήτηση, στο πλαίσιο εμπιστευτικότητας και ιδιωτικότητας. Θα πρέπει ο εκπαιδευτικός να βρει έναν χώρο όπου διασφαλίζεται η εχεμύθεια, τουλάχιστον για την ώρα που το παιδί θα μας μιλά. Ταυτόχρονα, ο χώρος πρέπει να δημιουργεί ασφάλεια στο παιδί.
  • Πιστεύουμε και δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή στο παιδί.
  • Ακόμα και αν μας ακούγεται κάτι περίεργο, ακόμα και αν κάποια από τα πράγματα που λέγονται δεν ισχύουν, είναι σημαντικό να δείξουμε στο παιδί ότι το πιστεύουμε, για να μπορέσει να συνεχίσει την αφήγησή του.

  • Αυτό που μας αποκαλύπτει είναι πολύ σημαντικό για το ίδιο το παιδί, ακόμα και αν δεν είναι περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης, γι’ αυτό και αφιερώνουμε όσο χρόνο χρειάζεται το ίδιο το παιδί, για να εκφραστεί.

  • Αναφέρουμε στο παιδί ότι μπορούμε να το ακούσουμε, να το στηρίξουμε και να το βοηθήσουμε.
  • Προσεγγίζουμε τη συζήτηση με την απαραίτητη ευαισθησία και σεβασμό.
  • Αναγνωρίζουμε την ευάλωτη κατάσταση του παιδιού, όποια και να είναι η ηλικία του. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους ένα παιδί δε μίλησε νωρίτερα.

  • Αναγνωρίζουμε στο παιδί πόσο δύσκολο είναι αυτό που κάνει.

  • Αντιμετωπίζουμε τις οποιεσδήποτε αντιδράσεις του παιδιού ως φυσιολογικές και αναμενόμενες.

  • Ρωτάμε ευθέως το παιδί, με τρόπο που να μπορεί να κατανοήσει, αν βλέπουμε ότι δυσκολεύεται. Αν υποπτευόμαστε, το ρωτάμε ξεκάθαρα. Ανοίγουμε συζήτηση με μια ευκαιρία από ένα γενικότερο θέμα που μπορεί να οδηγήσει σε μια πιθανή αποκάλυψη.
  • Αντιδρούμε ήρεμα και με ψυχραιμία, αλλά με ενδιαφέρον σε αυτά που ακούμε, για να ενθαρρύνουμε το παιδί να συνεχίσει να μιλά.
  • Ακούμε προσεκτικά το παιδί – ενεργητική ακρόαση
    • Είναι σημαντικό να κρατήσουμε ουδέτερη στάση, αφού το παιδί έχει ιδιαίτερη σχέση με τον δράστη και μπορεί να φοβάται να μιλήσει, για να μην τον θέσει σε κίνδυνο. Αποφεύγουμε οποιεσδήποτε φράσεις που μπορεί να κάνουν το παιδί να σκεφτεί ότι είμαστε επικριτικοί (π.χ. «Γιατί δεν είπες όχι;», «Γιατί δε μίλησες πιο νωρίς;», «Μα, δέχθηκες το δώρο του;» κ.λπ.).
    • Προσπαθούμε να «μπούμε», όσο είναι δυνατόν, στον χρόνο που θα διαρκέσει η συνομιλία, στη θέση του παιδιού, ανάλογα και με το στάδιο ανάπτυξης στο οποίο βρίσκεται για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε τυχόν περιορισμούς, που μπορεί να αντιμετωπίζει το παιδί, ώστε να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε ανάλογα.
    • Ακούμε το παιδί και μιλάμε όσο το δυνατόν λιγότερο. Όταν επιλέξουμε να μιλήσουμε, εκφραζόμαστε με τρόπο υποστηρικτικό και καθησυχαστικό για το παιδί, παρά με ερωτήσεις.
    • Προσπαθούμε να ακούσουμε, χωρίς να κάνουμε οποιεσδήποτε υποθέσεις, αν έγινε ή αν δεν έγινε κακοποίηση, για να μην υποβάλουμε στο παιδί τις δικές μας σκέψεις.
    • Λαμβάνουμε υπόψη πως η αφήγηση του παιδιού πιθανόν να είναι αποσπασματική και να διακρίνεται από αντιφάσεις. Η διερεύνηση όμως του περιστατικού θα διεξαχθεί από κατάλληλα εκπαιδευμένα άτομα. Ο εκπαιδευτικός όμως θα χρειαστεί να κάνει την πρώτη αναφορά.

  • Απενοχοποιούμε και καθησυχάζουμε το παιδί («Δεν ευθύνεσαι/φταις εσύ γι’ αυτό που σου συνέβηκε»).
  • Διαβεβαιώνουμε το παιδί ότι έπραξε σωστά που ανέφερε το γεγονός.
  • Δεν κάνουμε διάγνωση ή αξιολόγηση, ρωτώντας διευκρινιστικές ερωτήσεις για απόσπαση περισσότερων πληροφοριών για να καταλήξουμε σε τελικό συμπέρασμα, αλλά διαμορφώνουμε μια ένδειξη υποψίας, η οποία μπορεί να διερευνηθεί από κάποιον ειδικό.
  • Επιβεβαιώνουμε στο παιδί ότι είμαστε διαθέσιμοι για ό,τι χρειαστεί στη συνέχεια.
  • Ενημερώνουμε το παιδί για οτιδήποτε θα κάνουμε στη συνέχεια και του δίνουμε όλες τις σχετικές πληροφορίες. Διαβεβαιώνουμε το παιδί ότι οι περαιτέρω ενέργειες έχουν σκοπό την ασφάλεια και προστασία του.
  • Καταγράφουμε τα κύρια γεγονότα με αναφορά σε πρόσωπα, ώρα και ημερομηνία, συμπεριφορές ατόμων και οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να βοηθήσει στην αναφορά του περιστατικού. Σημειώνουμε, επίσης, το όνομα οποιουδήποτε προσώπου ανέφερε το παιδί ή που δυνατόν να ήταν παρόν και να είδε ή άκουσε κάτι. Επιπλέον, σημειώνουμε οποιεσδήποτε παρατηρήσεις σχετικά με τη φυσική κατάσταση του παιδιού (π.χ. εάν το παιδί ήταν χλωμό, έτρεμε, δε διατηρούσε επαφή με το βλέμμα). Οι σημειώσεις θα πρέπει να είναι ουσιαστικές και όσον το δυνατόν πιο ακριβείς, αλλά δε λαμβάνονται στην παρουσία του παιδιού.
  • Τα μικρά παιδιά έχουν μικρή ή καθόλου αντίληψη του χρόνου και αντιλαμβάνονται ορολογίες και φράσεις με διαφορετικό τρόπο. Ενθαρρύνουμε το παιδί να εκφραστεί με δικά του λόγια και μιλάμε κι εμείς με απλό και κατανοητό τρόπο.
  • Κάνουμε τις ερωτήσεις με δημιουργικό τρόπο και ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης του παιδιού. Ρωτάμε συγκεκριμένα, αν χρειαστεί, για να βοηθήσουμε το παιδί να μιλήσει (π.χ. «Σε άγγιξε σε μέρος που δε σου άρεσε/ που απαγορεύεται ή που σε έκανε να νιώσεις άβολα;», «Σου ζήτησε κάποιος να κρατήσεις κάτι μυστικό;»).
  • Αν το παιδί ή το άτομο που κάνει την αναφορά φορτιστεί συναισθηματικά, δίνουμε χρόνο, για να μπορέσει το άτομο να συνεχίσει, όταν είναι έτοιμο.
  • Τηρούμε αυστηρά την εχεμύθεια και αναφέρουμε τι ακούσαμε μόνο στα άτομα, τα οποία εμπλέκονται στις διαδικασίες.
  • Ενημερώνουμε το παιδί, ότι θα αναγκαστούμε να σπάσουμε την εχεμύθεια και του εξηγούμε για ποιο λόγο το κάνουμε. Εξηγούμε τις επιλογές και δίνουμε όσες απαραίτητες πληροφορίες μπορούμε για το τι θα ακολουθήσει.

Να θυμόμαστε:

  • Ότι μπορεί να είμαστε το πρώτο άτομο, στο οποίο μίλησε το παιδί για την κακοποίηση.
  • Ότι  η κακή κρίση δεν είναι έγκλημα, αλλά το να μην κάνουμε κάτι είναι παράνομο.
  • Αν δεν κάνουμε κάτι, τα  παιδιά μπορεί να μη νιώσουν ποτέ ασφαλή για να μιλήσουν για το θέμα αυτό.

Η νομική υποχρέωση αναφοράς δεν ανήκει στο σχολείο αλλά στο ΑΤΟΜΟ, στο οποίο επέρχεται η γνώση της σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης ανηλίκου. Το σχολείο, και συγκεκριμένα η Διεύθυνση, απλά διευκολύνει τη διαδικασία για τον εκπαιδευτικό. Συνεπώς, εάν περιέλθουν εις γνώση σας πληροφορίες για πιθανή κακοποίηση ανηλίκου τότε άμεσα θα πρέπει να προχωρήσετε στην αναφορά του περιστατικού στις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους. Η διαδικασία αναφοράς περιγράφεται λεπτομερώς στη συνέχεια.

Αναφορά της αποκάλυψης για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού

Οι διαδικασίες είναι ενδεικτικές για το σωστό χειρισμό των περιστατικών.

Σημειώνεται ότι η αναφορά από εκπαιδευτικό σε Διευθυντή του σχολείου δεν απαλλάσσει τον εκπαιδευτικό από τη δική του νομική ευθύνη να καταγγείλει ή να προωθήσει την καταγγελία στις αρμόδιες αρχές (άρθρο 30).

Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, δίνεται έμφαση στο σημείο ότι η νομική υποχρέωση αναφοράς δεν ανήκει στο σχολείο αλλά στο ΑΤΟΜΟ, στο οποίο επέρχεται η γνώση της σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης ανηλίκου. Το σχολείο, και συγκεκριμένα η Διεύθυνση, απλά διευκολύνει τη διαδικασία για τον εκπαιδευτικό.

  • Το άτομο προς το οποίο δίνεται η πληροφορία αναφέρει το γεγονός στη Διεύθυνση του Σχολείου.
  • Δίνει την καταγραφή των κύριων γεγονότων.
  • Η Διεύθυνση του σχολείου ενημερώνει άμεσα τον εκπαιδευτικό/ή ψυχολόγο του σχολείου.
  • Γίνεται κοινή διαχείριση των πληροφοριών με ευαισθησία και εμπιστευτικότητα  (εμπλέκονται και άλλοι εκπαιδευτικοί, π.χ., υπεύθυνος εκπαιδευτικός παιδιού ή καθηγητής Σύμβουλος ή μέλος της ομάδας «Βία στην Οικογένεια»).
  • Το σχολείο, (ο διευθυντής από κοινού με τον εκπαιδευτικό ή ένας εκ των δύο) προβαίνει σε γραπτή και επώνυμη αναφορά, το συντομότερο (είτε άμεσα την ίδια μέρα, είτε στις επόμενες 2-3 μέρες, ανάλογα με τη σοβαρότητα της περίπτωσης), στα Γραφεία ΤΑΕ - Τμήμα Ανίχνευσης Εγκλημάτων της κάθε πόλης, για περαιτέρω χειρισμό των περιστατικών Σεξουαλικής Βίας.  Επισημαίνεται πως η αναφορά δεν αποστέλλεται με τηλεομοιότυπο για σκοπούς προστασίας προσωπικών δεδομένων. Επίσης, επισημαίνεται πως το άτομο που δέχεται την αναφορά έχει και την ποινική ευθύνη για προώθησή της, με ή χωρίς την εμπλοκή του διευθυντή του σχολείου. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα να γίνει η αναφορά τηλεφωνικά στην Ειδική Ανακριτική Ομάδα που έχει συσταθεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας από την 1η Ιανουαρίου 2017, Τηλ: 22808442 (παγκύπριος αριθμός).
  • Προωθείται άμεση γραπτή αναφορά και στο τοπικό Γραφείο Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.
  • Γίνεται ενημέρωση της οικογένειας, ανάλογα με την περίπτωση (βλ. πιο κάτω).
  • Δε λαμβάνεται μαρτυρία από το παιδί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
  • Δε διενεργείται διερεύνηση του περιστατικού.

Ενημέρωση οικογένειας θύματος για την προώθηση της γραπτής αναφοράς

Σε καμία από τις περιπτώσεις, όπως αναφέρονται πιο κάτω, δεν απαιτείται από το σχολείο να έχει τη συγκατάθεση είτε των γονιών του θύματος είτε των γονιών του/των δράστη/δραστών για προώθηση της γραπτής αναφοράς του περιστατικού. Η προστασία ανήλικων θυμάτων είναι πρώτιστο μέλημα όλων των πολιτών και επαγγελματιών που εργάζονται με ανήλικα άτομα.

Για αποφυγή σύγχυσης και λαθών, το σχολείο ή ο εκπαιδευτικός πρέπει να θεωρήσει υποχρέωσή του, πρώτα, να αναφέρει στις αρμόδιες αρχές το περιστατικό και, ακολούθως, να ενημερώσει τους οικείους του παιδιού. Αυτό θα βοηθήσει στην αποφυγή επηρεασμού μαρτυρίας και αφαιρεί τη δύσκολη θέση στην οποία μπορεί να βρεθεί το σχολείο ή ένας εκπαιδευτικός με τους γονείς, εφόσον θα μπορεί να πει απλά ότι αυτό απαιτείται από τη Νομοθεσία και δεν υπάρχει διακριτική ευχέρεια.

Σε κάθε περίπτωση, το σχολείο ή ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να αποφεύγει να δώσει περισσότερες από όσες πληροφορίες είναι αναγκαίες στους γονείς, καθότι υπάρχει κίνδυνος να επηρεαστεί πιθανή μαρτυρία.

  • Σε περίπτωση που οι φερόμενοι ως δράστες είναι συγγενικά άτομα του ανήλικου θύματος (γονείς, αδέλφια), τότε το σχολείο θα προωθήσει τη γραπτή αναφορά για περαιτέρω χειρισμό των πληροφοριών, με ή χωρίς τη συγκατάθεση των ενηλίκων που εμπλέκονται. Στη συνέχεια, ανάλογα με την περίπτωση, θα κρίνει εάν θέλει να γνωστοποιήσει την προώθηση της γραπτής αναφοράς στα άτομα που εμπλέκονται ως δράστες και, ταυτόχρονα, συγγενείς πρώτου βαθμού του μαθητή. Συνήθως όμως οι γονείς ενημερώνονται για την αναφορά του περιστατικού από τα αρμόδια Γραφεία Αστυνομίας και Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας που θα αναλάβουν στη συνέχεια το χειρισμό της περίπτωσης.
  • Σε περίπτωση που οι φερόμενοι ως δράστες είναι συγγενικά άτομα του ανήλικου θύματος (θείοι, παππούδες, εξαδέλφια ή του στενού κύκλου του παιδιού π.χ. φίλοι της οικογένειας κ.λπ.), τότε το σχολείο θα προωθήσει τη γραπτή αναφορά στις αρμόδιες αρχές για περαιτέρω χειρισμό των πληροφοριών, με ή χωρίς τη  συγκατάθεση των γονιών του θύματος, και, ακολούθως, θα ενημερώνει άμεσα τους γονείς του θύματος για τις πληροφορίες που κατέχει και για την αναφορά λόγω νομικής του υποχρέωσης.
  • Σε περίπτωση που οι φερόμενοι ως δράστες δεν είναι συγγενικά άτομα του ανήλικου θύματος, τότε το σχολείο θα προωθήσει τη γραπτή αναφορά για περαιτέρω χειρισμό των πληροφοριών, με ή χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών του θύματος, και, ακολούθως, θα ενημερώνει άμεσα τους γονείς του θύματος για την αναφορά στις αρμόδιες αρχές, λόγω νομικής του υποχρέωσης. Δεν αποτελεί εξαίρεση των πιο πάνω διαδικασιών η περίπτωση κατά την οποία εμπλέκεται εκπαιδευτικός στο ίδιο σχολείο με το θύμα.
  • Σε περίπτωση που οι φερόμενοι ως δράστες είναι ανήλικα άτομα, μη συγγενείς του θύματος και μαθητές του ίδιου σχολείου, τότε η γραπτή αναφορά θα προωθείται από το σχολείο στις αρμόδιες αρχές και, ακολούθως, θα ενημερώνονται για την προώθηση της αναφοράς οι γονείς, τόσο του θύματος όσο και των φερόμενων ως δραστών. 
  • Σε περίπτωση που εμπλέκονται μαθητές/τριες άλλων σχολείων, θα πρέπει η Διεύθυνση του σχολείου του μαθητή θύματος να προωθήσει τη γραπτή αναφορά στις αρμόδιες αρχές και, παράλληλα, να ενημερώσει άμεσα τη Διεύθυνση των σχολείων των φερόμενων ως δραστών για περαιτέρω ενέργειες και ανάληψη ευθυνών όσον αφορά στους ανήλικους δράστες- μαθητές τους.

Για οποιαδήποτε περαιτέρω ενημέρωση μπορείτε να απευθυνθείτε στον οικείο Εκπαιδευτικό Ψυχολόγο του σχολείου σας, της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.

Τηλέφωνα Επαρχιακών Γραφείων Υπηρεσίας